Древнегреческий язык. Существительное. II Склонение

Древнегреческий язык. Существительное. II Склонение



ἄνθρωπος (ἀνθρωπο-) (м.р.) ὁδός (ὁδο-) (ж.р.) δῶρον (δωρο-) (ср.р.)
ед.ч.
И.п. ἄνθρωπος ὁδὸς δῶρον
Р.п. ἀνθρώπου ὁδοῦ δώρου
Д.п. ἀνθρώπῳ ὁδῷ δώρῳ
В.п. ἄνθρωπον ὁδὸν δῶρον
Зв.п. ἄνθρωπε ὁδὲ δῶρον
дв.ч.
И.п. ἀνθρώπω ὁδὼ δώρω
Р.п. ἀνθρώποιν ὁδοῖν δώροιν
Д.п. ἀνθρώποιν ὁδοῖν δώροιν
В.п. ἀνθρώπω ὁδὼ δώρω
Зв.п. ἀνθρώπω ὁδὼ δώρω
мн.ч.
И.п. ἄνθρωποι ὁδοὶ δῶρα
Р.п. ἀνθρώπων ὁδῶν δώρων
Д.п. ἀνθρώποις ὁδοῖς δώροις
В.п. ἀνθρώπους ὁδοὺς δῶρα
Зв.п. ἄνθρωποι ὁδοὶ δῶρα


περίπλους (περιπλοο- → περιπλου-) (м.р.) ὀστοῦν (ὀστεο- → ὀστου-) (ср.р.)
ед.ч.
И.п. περίπλους ὀστοῦν
Р.п. περίπλου ὀστοῦ
Д.п. περίπλῳ ὀστῷ
В.п. περίπλουν ὀστοῦν
Зв.п. περίπλου ὀστοῦν
дв.ч.
И.п. περίπλω ὀστὼ
Р.п. περίπλοιν ὀστοῖν
Д.п. περίπλοιν ὀστοῖν
В.п. περίπλω ὀστὼ
Зв.п. περίπλω ὀστὼ
мн.ч.
И.п. περίπλοι ὀστᾶ
Р.п. περίπλων ὀστῶν
Д.п. περίπλοις ὀστοῖς
В.п. περίπλους ὀστᾶ
Зв.п. περίπλοι ὀστᾶ


λεὼς (λεω-) (м.р.) ἅλως (ἁλω-) (ж.р.) ἀνώγεων (ἀνωγεω-) (ср.р.)
ед.ч.
И.п. λεὼς ἅλως ἀνώγεων
Р.п. λεὼ ἅλω ἀνώγεω
Д.п. λεῲ ἅλῳ ἀνώγεῳ
В.п. λεὼν ἅλω(ν) ἀνώγεων
Зв.п. λεὼς ἅλως ἀνώγεων
дв.ч.
И.п. λεὼ ἅλω ἀνώγεω
Р.п. λεῲν ἅλῳν ἀνώγεῳν
Д.п. λεῲν ἅλῳν ἀνώγεῳν
В.п. λεὼ ἅλω ἀνώγεω
Зв.п. λεὼ ἅλω ἀνώγεω
мн.ч.
И.п. λεῲ ἅλῳ ἀνώγεω
Р.п. λεὼν ἅλων ἀνώγεων
Д.п. λεῲς ἅλῳς ἀνώγεῳς
В.п. λεὼς ἅλως ἀνώγεω
Зв.п. λεῲ ἅλῳ ἀνώγεω